Αναζήτηση

«UNA FACCIA UNA RAZZA» : ποιές είναι οι ρίζες της φράσης?

Στο άκουσμα της λέξης «Ιταλία», στο μυαλό κάθε Έλληνα έρχονται λέξεις όπως: cappuccino, Colosseo, gondola, Vespa, spaghetti ή pizza, καθώς και η φράση: Una faccia una razza. Ποια όμως είναι η βαθύτερη σχέση των Ελλήνων με το Belpaese, την «όμορφη χώρα», όπως συνηθίζουν να αποκαλούν συχνά την ίδια τους τη χώρα οι Ιταλοί;



Τόσο η Ιταλία ως χώρα, όσο και η Ιταλική γλώσσα, εδώ και πολλά χρόνια ελκύουν αδιάκοπα τους Έλληνες, οι οποίοι εκ φύσεως τη θεωρούμε ιδιαίτερα «κοντά» μας. Ελλάδα και Ιταλία, συνδέονται πράγματι με μία κοινή πολιτιστική κληρονομιά ήδη από την αρχαιότητα. Ανέκαθεν οι δυο αυτές χώρες βρίσκονταν σε στενή επαφή, αφενός εξαιτίας της γεωγραφικής εγγύτητάς τους, αφετέρου χάρη στη συγγενική τους κουλτούρα.


Μάλιστα, ο ίδιος ο Πετράρχης είχε παρατηρήσει πως πίσω από τον ρωμαϊκό πολιτισμό κρυβόταν «η ελληνική μεγαλοπρέπεια», θέλοντας με αυτό τον τρόπο να τονίσει τις έντονες πολιτισμικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ των δύο αυτών γειτονικών χωρών.


Ήδη από την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η γειτονική προς την Ελλάδα Ιταλία επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Μνημειώδης έχει μείνει μέχρι και τις μέρες μας η φράση του Οράτιου: «Graecia capta ferum victorem cepit, et artes intulit agresti Latio» που σήμαινε ότι «παρ’ ότι η Ελλάδα κατακτήθηκε, εκείνη νίκησε τον κατακτητή και εισήγαγε τις τέχνες στο άξεστο Λάτιο», μέσω της οποίας αποδεικνύεται η τεράστια επίδραση που άσκησε ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός στους Ρωμαίους κατακτητές.


Ιδιαιτέρως σημαντική την ιταλική χερσόνησο υπήρξε και η παρουσία των ελληνόφωνων πληθυσμών στις περιοχές της νοτίου Ιταλίας (MagnaGrecia) ήδη από την περίοδο της αρχαιότητας, ενώ από τον 14ο αιώνα έως και τα μέσα του 16ου αιώνα στην ιταλική χερσόνησο η αρχαιοελληνική παράδοση θα βρεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος λόγω της ανάπτυξης του κινήματος του Ουμανισμού (Ανθρωπισμού), ενός κινήματος το οποίο έστρεφε το ενδιαφέρον του στην ίδια την ανθρώπινη φύση μέσω της μελέτης της κλασικής αρχαιότητας (ελληνικής/ ρωμαϊκής).


Προχωρώντας στην Ιστορία, και ο 17ος αιώνας χαρακτηρίζεται από τη σημαντική παρουσία Ελλήνων, τόσο στην πόλη της Τεργέστης, όσο και στο Λιβόρνο. Έπειτα, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, θα αναπτυχθεί στη γειτονική χώρα ένα από τα μεγαλύτερα φιλελληνικά κινήματα ολόκληρης της Ευρώπης. Το φιλελληνικό κίνημα θα βρει πολλούς οπαδούς στην Ιταλία και αυτό διότι την περίοδο που οι Έλληνες επαναστάτες πολεμούσαν για την εθνική τους ανεξαρτησία, οι Ιταλοί βίωναν μια αντίστοιχη «περίοδο τυραννίας», καθώς βρίσκονταν κάτω από την αυστριακή ηγεμονία. Θα είναι πάρα πολλοί οι εκπρόσωποι των γραμμάτων και των τεχνών οι οποίοι θα ασχοληθούν ιδιαίτερα με το δράμα του υπόδουλου Ελληνισμού, αλλά και απλοί Ιταλοί πολίτες οι οποίοι θα συμμετάσχουν ενεργά στον ελληνικό Αγώνα ελπίζοντας στην αίσια έκβασή του και μέσω αυτής στη γενικότερη αλλαγή του πολιτικού σκηνικού ολόκληρης της Ευρώπης και συγκεκριμένα της πατρίδας τους της Ιταλίας.



Μία ακόμη χρονική περίοδος κατά την οποία οι Έλληνες θα συνδεθούν στενά με την Ιταλία, είναι τα επονομαζόμενα “anni 60” και “anni 70”. Συγκεκριμένα πρόκειται για τις δεκαετίες 1960-70, μία περίοδο κατά την οποία πλήθος Ελλήνων θα μεταβεί στη γειτονική χώρα κυρίως για λόγους σπουδών αλλά και εργασίας. Ιδιαίτερα στα τέλη της δεκαετίας του 1960 οι Έλληνες που θα μεταβούν στην Ιταλία θα είναι πάμπολλοι με αποτέλεσμα οι ελληνικές κοινότητες της γείτονος να αναπτυχθούν σε πολύ μεγάλο βαθμό. Η πρωτεύουσα Ρώμη, η Μπολόνια, η Βενετία, η Νάπολη, η Πάδοβα, η Πάρμα, η Παβία, η Φερράρα, η Φλωρεντία, η Γένοβα, το Μιλάνο και το Τορίνο, θα φιλοξενήσουν Έλληνες φοιτητές για περισσότερες από δύο δεκαετίες. Θα «φιλοξενήσουν» τα όνειρα, τη λαχτάρα, τις φιλοδοξίες, τις ανησυχίες, τις αγωνίες και τα γέλια των τότε νεαρών σπουδαστών αποτελώντας τον καμβά για τις νέες τους εμπειρίες κι αφήνοντας ανεξίτηλη τη σφραγίδα τους στις προσωπικότητές τους.



«Ανεξίτηλη τη σφραγίδα;» θα αναρωτηθεί κανείς. Ναι, ανεξίτηλη - και δεν πρόκειται για υπερβολή. Τα φοιτητικά χρόνια είναι από μόνα τους μία ξεχωριστή περίοδος για τον κάθε άνθρωπο που έχει την ευκαιρία να τα ζήσει. Στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των Ελλήνων φοιτητών της εποχής εκείνης –αλλά, ας μου επιτραπεί, λόγω πείρας, ακόμη μέχρι και σήμερα- καθοριστικό ρόλο θα παίξει η Ιταλία και ο πολιτισμός της, οι συνήθειες και εν γένει ως τρόπος ζωής της. Η Ιταλία είναι μια χώρα που σε «μαγεύει». Χωρίς να το καταλάβεις, αναπόφευκτα, σε ωθεί να ζήσεις σύμφωνα με τους δικούς της ρυθμούς, θέτοντας τους δικούς της όρους, είτε αυτό σημαίνει ότι θα συμφιλιωθείς με το ωράριο του φαγητού[1]είτε ότι θα υιοθετήσεις τη forma di cortesia (τύπος ευγενείας) στο σχεδόν καθημερινό σου λεξιλόγιο, εάν θελήσεις να γνωρίσεις εις βάθος την ιταλική κουλτούρα.



Στην Ιταλία θα συνηθίσεις να βλέπεις ξένες ταινίες χωρίς υπότιτλους, μεταγλωττισμένες. Το αυτί σου θα συνηθίσει τις ιταλικές μελωδίες, τη λεγόμενη musica leggera (είδος ιταλικής μουσικής – «ελαφριά μουσική») που παίζει το ραδιόφωνο, οι οποίες υπερτερούν αριθμητικά έναντι των αγγλόφωνων hit που τυγχάνουν μεγάλης διάδοσης στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στην Ιταλία θα συνηθίσεις στην ιδέα ότι μετά το μεσημεριανό φαγητό δεν παραγγέλνεις ποτέ cappuccino, αλλά espresso (caffè, όπως τον αποκαλούν οι Ιταλοί) ή macchiato (ή, το πολύ, macchiatone). Θα συνηθίσεις τη μεσημεριανή pausapranzo, δηλαδή το μεσημεριανό διάλειμμα που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ιταλικής mentalità – νοοτροπίας, κατά τη διάρκεια του οποίου τα εμπορικά καταστήματα αλλά και οποιαδήποτε επιχείρηση «πατάει παύση» ένεκα του μεσημεριανού φαγητού και άλλα πολλά.





Οι Έλληνες φοιτητές στην πλειοψηφία τους, ηθελημένα ή όχι υιοθέτησαν τις καθημερινές συνήθειες της χώρας στην οποία έζησαν και πέρασαν ένα σημαντικό μέρος της ζωής τους. Υιοθέτησαν έναν ιταλικό τρόπο ζωής τον οποίο, ακόμη κι αν μετά το πέρας των σπουδών τους επέστρεψαν στα πάτρια εδάφη, διατήρησαν στο έπακρο, καθώς αποτελούσε πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της προσωπικότητάς τους συνεχίζοντας να υποφέρουν από mald’ Italia («νοσταλγία για την Ιταλία», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο ρομαντικός συνθέτης Φραντς Λιστ).


Πολλοί είναι ωστόσο και εκείνοι που δε γύρισαν πίσω ποτέ σε μόνιμη βάση, αλλά συνεχίζουν να ζουν και να δραστηριοποιούνται επαγγελματικά εκεί (προς αυτή τη κατεύθυνση συνέβαλαν ιδιαίτερα και οι μεικτοί γάμοι) ενώ παράλληλα μεγάλος αριθμός Ελλήνων επιλέγει και σήμερα την Ιταλία προκειμένου να πραγματοποιήσει σε αυτή τις προπτυχιακές ή και τις μεταπτυχιακές σπουδές του, συνεχίζοντας έτσι την παράδοση των προηγούμενων δεκαετιών.


Όπως διαπιστώνεται, η σχέση Ελλάδας και Ιταλίας είναι ιδιαίτερα στενή και οι απαρχές της χάνονται στα βάθη των αιώνων. Η κοινή πολιτιστική κληρονομιά, όπως ήδη αναφέρθηκε, αποτελεί τη βάση για τη δημιουργία δεσμών ιδιαίτερα ισχυρών μεταξύ των δυο αυτών γειτονικών μεσογειακών χωρών που συνεχίζουν να αλληλεπιδρούν και να στέκονται στο πλάι η μία της άλλης.



---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Κείμενο, εικόνες: Στέλλα Φαρμάκη




[1]Ειδικά στον Ιταλικό Βορρά, το γεύμα σερβίρεται πολύ νωρίς το μεσημέρι και το δείπνο αργά το απόγευμα, συνήθως μεταξύ 19.00-19.30.

11 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων